οργασμός

Voir aussi : ὀργασμός

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ὀργασμός, orgasmós.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  οργασμός οι  οργασμοί
Génitif του  οργασμού των  οργασμών
Accusatif το(ν)  οργασμό τους  οργασμούς
Vocatif οργασμέ οργασμοί

οργασμός (orgasmós) \ɔɾ.ɣa.ˈzmɔs\ masculin

  1. Orgasme.
    • φτάνω σε οργασμό

DérivésModifier