οφθαλμός

Voir aussi : ὀφθαλμός

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ὀφθαλμός, ophthalmos.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  οφθαλμός οι  οφθαλμοί
Génitif του  οφθαλμού των  οφθαλμών
Accusatif τον  οφθαλμό τους  οφθαλμούς
Vocatif οφθαλμέ οφθαλμοί

οφθαλμός (ofthalmós) \Prononciation ?\ masculin

  1. (Anatomie) oeil
  2. Bourgeon.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (οφθαλμός)