πέμπτος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien πέμπτος, pémptos.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif πέμπτος πέμπτη πέμπτο
génitif πέμπτου πέμπτης πέμπτου
accusatif πέμπτο πέμπτη πέμπτο
vocatif πέμπτε πέμπτη πέμπτο
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif πέμπτοι πέμπτες πέμπτα
génitif πέμπτων πέμπτων πέμπτων
accusatif πέμπτους πέμπτες πέμπτα
vocatif πέμπτοι πέμπτες πέμπτα

πέμπτος, pémptos \Prononciation ?\ ordinal

  1. Cinquième.

Vocabulaire apparenté par le sensModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (πέμπτος)

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De πέντε, pénte (« cinq »).

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif πέμπτος πέμπτη πέμπτον
vocatif πέμπτε πέμπτη πέμπτον
accusatif πέμπτον πέμπτην πέμπτον
génitif πέμπτου πέμπτης πέμπτου
datif πέμπτ πέμπτ πέμπτ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif πέμπτω πέμπτα πέμπτω
vocatif πέμπτω πέμπτω πέμπτω
accusatif πέμπτω πέμπτα πέμπτω
génitif πέμπτοιν πέμπταιν πέμπτοιν
datif πέμπτοιν πέμπταιν πέμπτοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif πέμπτοι πέμπται πέμπτα
vocatif πέμπτοι πέμπται πέμπτα
accusatif πέμπτους πέμπτας πέμπτα
génitif πέμπτων πέμπτων πέμπτων
datif πέμπτοις πέμπταις πέμπτοις

πέμπτος, pémptos ordinal

  1. Cinquième.

Vocabulaire apparenté par le sensModifier

PrononciationModifier

RéférencesModifier