παρθενιά

GrecModifier

ÉtymologieModifier

→ voir παρθένα.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  παρθενιά οι  παρθενιές
Génitif της  παρθενιάς των  παρθενιών
Accusatif τη(ν)  παρθενιά τις  παρθενιές
Vocatif παρθενιά παρθενιές

παρθενιά (partheniá) \paɾ.θɛ.ni.ˈa\ féminin

  1. Pucelage, virginité.