πεζοδρόμιο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

De πεζοδρόμος (« marcheur »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  πεζοδρόμιο τα  πεζοδρόμια
Génitif του  πεζοδρομίου των  πεζοδρομίων
Accusatif το  πεζοδρόμιο τα  πεζοδρόμια
Vocatif πεζοδρόμιο πεζοδρόμια

πεζοδρόμιο, pezodrómio \Prononciation ?\ neutre

  1. Trottoir.