πιθανότητα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

 Dérivé de πιθανός avec le suffixe -ότητα.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  πιθανότητα οι  πιθανότητες
Génitif της  πιθανότητας των  πιθανοτήτων
Accusatif τη(ν)  πιθανότητα τις  πιθανότητες
Vocatif πιθανότητα πιθανότητες

πιθανότητα (pithanótita) \pi.θa.ˈnɔ.ti.ta\ féminin

  1. Probabilité.
  2. (Mathématiques) Probabilité.