πλεόνασμα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien πλεόνασμα, pleónasma, apparenté à πλεονασμός, pleonasmós.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  πλεόνασμα τα  πλεονάσματα
Génitif του  πλεονάσματος των  πλεονασμάτων
Accusatif το  πλεόνασμα τα  πλεονάσματα
Vocatif πλεόνασμα πλεονάσματα

πλεόνασμα (pleónazma) \Prononciation ?\ neutre

  1. Excès, excédent.