Ouvrir le menu principal

GrecModifier

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De ποιητής, poiétês (« faiseur », « créateur », « auteur », « poète ») avec le suffixe -ικός, -ikós (« -ique »).

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ποιητικός ποιητική ποιητικόν
vocatif ποιητικέ ποιητική ποιητικόν
accusatif ποιητικόν ποιητικήν ποιητικόν
génitif ποιητικοῦ ποιητικῆς ποιητικοῦ
datif ποιητικ ποιητικ ποιητικ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif ποιητικώ ποιητικά ποιητικώ
vocatif ποιητικώ ποιητικά ποιητικώ
accusatif ποιητικώ ποιητικά ποιητικώ
génitif ποιητικοῖν ποιητικαῖν ποιητικοῖν
datif ποιητικοῖν ποιητικαῖν ποιητικοῖν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif ποιητικοί ποιητικαί ποιητικά
vocatif ποιητικοί ποιητικαί ποιητικά
accusatif ποιητικούς ποιητικάς ποιητικά
génitif ποιητικῶν ποιητικῶν ποιητικῶν
datif ποιητικοῖς ποιητικαῖς ποιητικοῖς

ποιητικός, poiêtikós \po͜i.ɛː.ti.ˈkos\

  1. Qui a la vertu de faire, de créer, de produire.
  2. (Art) propre à créer, confectionner.
  3. Ingénieux.
  4. Propre à la poésie.

RéférencesModifier