ποσότητα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ποσότης, posótês dérivé de πόσος, pósos (« combien »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ποσότητα οι  ποσότητες
Génitif της  ποσότητας των  ποσοτήτων
Accusatif τη(ν)  ποσότητα τις  ποσότητες
Vocatif ποσότητα ποσότητες

ποσότητα, posótita \pɔ.ˈsɔ.ti.ta\ féminin

  1. Quantité.