πράγμα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien πρᾶγμα, prâgma.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  πράγμα τα  πράγματα
Génitif του  πράγματος των  πραγμάτων
Accusatif το  πράγμα τα  πράγματα
Vocatif πράγμα πράγματα

πράγμα (prágma) \ˈpɾaɣ.ma\ neutre

  1. Chose, partie de la nature ; entité réelle, existante, ou vraie.

DérivésModifier

RéférencesModifier