προγραμματιστής

GrecModifier

ÉtymologieModifier

 Dérivé de προγραμματίζω, programmatizo avec le suffixe -τής, -tis.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  προγραμματιστής οι  προγραμματιστές
Génitif του  προγραμματιστή των  προγραμματιστών
Accusatif τον  προγραμματιστή τους  προγραμματιστές
Vocatif προγραμματιστή προγραμματιστές

προγραμματιστής, programmatistís \Prononciation ?\ masculin (équivalent féminin : προγραμματίστρια)

  1. Programmateur.
  2. (Informatique) Programmeur.

RéférencesModifier