προπύργιο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien προπύργιον, propurgion (« avant-tour »), de πύργος, púrgos (« tour »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  προπύργιο τα  προπύργια
Génitif του  προπύργιου
προπυργίου
των  προπύργιων
προπυργίων
Accusatif το  προπύργιο τα  προπύργια
Vocatif προπύργιο προπύργια

προπύργιο, propíryo \Prononciation ?\ neutre

  1. Lieu où une personne, un groupe tient une position forte et inexpugnable, bastion.

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (προπύργιο)