προσαρμογή

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien προσαρμογή, prosarmogê ; voir ἁρμόζω, armózô (« lier, joindre »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  προσαρμογή οι  προσαρμογές
Génitif της  προσαρμογής των  προσαρμογών
Accusatif τη(ν)  προσαρμογή τις  προσαρμογές
Vocatif προσαρμογή προσαρμογές

προσαρμογή, prosarmogí \pɾɔ.saɾ.mɔ.ˈʝi\ féminin

  1. Adaptation.