προφυλακτικό

GrecModifier

ÉtymologieModifier

De προφυλακτικός (« prophylactique »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  προφυλακτικό τα  προφυλακτικά
Génitif του  προφυλακτικού των  προφυλακτικών
Accusatif το  προφυλακτικό τα  προφυλακτικά
Vocatif προφυλακτικό προφυλακτικά

προφυλακτικό, profilaktikó \Prononciation ?\ neutre

  1. Préservatif.

Forme d’adjectif Modifier

προφυλακτικό \Prononciation ?\

  1. Accusatif masculin singulier de προφυλακτικός.
  2. Nominatif neutre singulier de προφυλακτικός.
  3. Accusatif neutre singulier de προφυλακτικός.
  4. Vocatif neutre singulier de προφυλακτικός.