στοιχεῖον

Voir aussi : στοιχείο

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Diminutif de στοῖχος, stoîkhos.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ στοιχεῖον τὰ στοιχεῖα τὼ στοιχείω
Vocatif στοιχεῖον στοιχεῖα στοιχείω
Accusatif τὸ στοιχεῖον τὰ στοιχεῖα τὼ στοιχείω
Génitif τοῦ στοιχείου τῶν στοιχείων τοῖν στοιχείοιν
Datif τῷ στοιχεί τοῖς στοιχείοις τοῖν στοιχείοιν

στοιχεῖον, stoikheîon \sto͜ɪ.ˈkʰeːˌ.on\ neutre

  1. Ombre portée par le gnomon sur le cadran solaire.
  2. Élément unique, unité.
    • κατὰ στοιχεῖον, dans l'ordre, un par un.
  3. Élément de base, rudiment.

DérivésModifier

RéférencesModifier