στρύχνος

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot composé de σ-, s- et de τρύχνος, trukhnos, voir τρύχω.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif στρύχνος οἱ στρύχνοι τὼ στρύχνω
Vocatif στρύχνε στρύχνοι στρύχνω
Accusatif τὸν στρύχνον τοὺς στρύχνους τὼ στρύχνω
Génitif τοῦ στρύχνου τῶν στρύχνων τοῖν στρύχνοιν
Datif τῷ στρύχν τοῖς στρύχνοις τοῖν στρύχνοιν

στρύχνος, strúkhnos \Prononciation ?\ masculin

  1. Strychnos.
    • στρύχνος ὑπνώδης, Withania somnifera.

VariantesModifier

RéférencesModifier