Ouvrir le menu principal

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Du verbe συμπίνω, sumpínô (« festoyer »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ συμπόσιον τὰ συμπόσια τὼ συμποσίω
Vocatif συμπόσιον συμπόσια συμποσίω
Accusatif τὸ συμπόσιον τὰ συμπόσια τὼ συμποσίω
Génitif τοῦ συμποσίου τῶν συμποσίων τοῖν συμποσίοιν
Datif τῷ συμποσί τοῖς συμποσίοις τοῖν συμποσίοιν

συμπόσιον, sumpósion \sym.ˈpo.si.on\ neutre

  1. Banquet, festin.
  2. (Collectif) Les convives.
  3. Salle de festin.

DérivésModifier

RéférencesModifier