Ouvrir le menu principal

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Composé de σώματος et de φύλακας.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  σωματοφύλακας οι  σωματοφύλακες
Génitif του  σωματοφύλακα των  σωματοφυλάκων
Accusatif το(ν)  σωματοφύλακα τους  σωματοφύλακες
Vocatif σωματοφύλακα σωματοφύλακες

σωματοφύλακας (somatofílakas) \sɔ.ma.tɔ.ˈfi.la.kas\ masculin

  1. Garde du corps.
  2. Mousquetaire.
    • Le titre grec des Trois Mousquetaires est Οι Τρεις Σωματοφύλακες.

Dérivés dans d’autres languesModifier