σύμβασις

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de συμβαίνω, sumbainô (« aller ensemble ») avec le suffixe -σις, -sis. Voir βάσις, básis.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif σύμβασις αἱ συμβάσεις τὼ συμβάσει
Vocatif σύμβασι συμβάσεις συμβάσει
Accusatif τὴν σύμβασιν τὰς συμβάσεις τὼ συμβάσει
Génitif τῆς συμβάσεως τῶν συμβάσεων τοῖν συμβασέοιν
Datif τῇ συμβάσει ταῖς συμβάσεσι(ν) τοῖν συμβασέοιν

σύμβασις, súmbasis \ˈsym.ba.sis\ féminin

  1. Convention.