σύνταξις

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de συντάσσω, suntássô avec le suffixe -σις, -sis, voir τάξις.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif σύνταξις αἱ συντάξεις τὼ συντάξει
Vocatif σύνταξι συντάξεις συντάξει
Accusatif τὴν σύνταξιν τὰς συντάξεις τὼ συντάξει
Génitif τῆς συντάξεως τῶν συντάξεων τοῖν συνταξέοιν
Datif τῇ συντάξει ταῖς συντάξεσι(ν) τοῖν συνταξέοιν

σύνταξις, súntaxis \ˈsyn.takʰ.sis\ féminin

  1. Arrangement, organisation, mise en ordre.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier