Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Apparenté au latin totus, de l’indo-européen commun *tu- (« enfler, tout ») qui donne aussi σῶμα.

Adjectif Modifier

σῶς, sôs \Prononciation ?\

  1. Sain, sauf, entier.
    • οὐκοῦν εἰ καὶ τὸ ἄθερμον ἀναγκαῖον ἦν ἀνώλεθρον εἶναι, ὁπότε τις ἐπὶ χιόνα θερμὸν ἐπάγοι, ὑπεξῄει ἂν ἡ χιὼν οὖσα σῶς καὶ ἄτηκτος; οὐ γὰρ ἂν ἀπώλετό γε, οὐδ᾽ αὖ ὑπομένουσα ἐδέξατο ἂν τὴν θερμότητα. — (Platon, Φαίδων, 106a)

VariantesModifier

RéférencesModifier