Étymologie

modifier
Déverbal de τέμνω (« couper »), voir τομός, τόμος.

Nom commun

modifier
Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif ἀποτομή αἱ ἀποτομαί τὼ ἀποτομά
Vocatif ἀποτομή ἀποτομαί ἀποτομά
Accusatif τὴν ἀποτομήν τὰς ἀποτομάς τὼ ἀποτομά
Génitif τῆς ἀποτομῆς τῶν ἀποτομῶν τοῖν ἀποτομαῖν
Datif τῇ ἀποτομ ταῖς ἀποτομαῖς τοῖν ἀποτομαῖν

τομή, tomế *\to.ˈmɛː\ féminin

  1. Coupe, coupure.
    • διὰ καύσεών τε καὶ τομῶν
  2. Incision, opération chirurgicale.
    • τομῇ χρῆσθαι
  3. Tronc, chose coupée.

Apparentés étymologiques

modifier

Références

modifier