τύμπανον

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Avec pour variante τύπανον, túpanon (« chose que l'on frappe »), apparenté à τύπος, túpos, de τύπτω, túptô (« frapper »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ τύμπανον τὰ τύμπανα τὼ τυμπάνω
Vocatif τύμπανον τύμπανα τυμπάνω
Accusatif τὸ τύμπανον τὰ τύμπανα τὼ τυμπάνω
Génitif τοῦ τυμπάνου τῶν τυμπάνων τοῖν τυμπάνοιν
Datif τῷ τυμπάν τοῖς τυμπάνοις τοῖν τυμπάνοιν

τύμπανον, túmpanon \tym.pa.non\ neutre

  1. Tambour, tambourin.
  2. Instrument de torture.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier