φοιτήτρια

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Féminin de φοιτητής.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  φοιτήτρια οι  φοιτήτριες
Génitif της  φοιτήτριας των  φοιτητριών
Accusatif τη(ν)  φοιτήτρια τις  φοιτήτριες
Vocatif φοιτήτρια φοιτήτριες

φοιτήτρια, fitítria \Prononciation ?\ féminin (équivalent masculin : φοιτητής)

  1. Étudiante.