φορτίο

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien φορτίον, phortíon.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  φορτίο τα  φορτία
Génitif του  φορτίου των  φορτίων
Accusatif το  φορτίο τα  φορτία
Vocatif φορτίο φορτία

φορτίο (fortío) \fɔɾ.ˈti.ɔ\ neutre

  1. Charge.
  2. Chargement.
    • Το φορτίο ήταν... όπλα!
      Le chargement était... des armes !