φούρνος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien φοῦρνος, phoûrnos.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  φούρνος οι  φούρνοι
Génitif του  φούρνου των  φούρνων
Accusatif το(ν)  φούρνο τους  φούρνους
Vocatif φούρνε φούρνοι

φούρνος \ˈfuɾ.nɔs\ masculin

  1. Four.
  2. Boulangerie.