χείλος

Voir aussi : χεῖλος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien χεῖλος, kheîlos.

Nom commun Modifier

χείλος, cheílos \çilɔs\ neutre

  1. (Anatomie) Lèvre.
  2. Bord.
    • στο χείλος του αφανισμού, au bord de l’extinction.

DérivésModifier

RéférencesModifier

  • Λεξικό της κοινής νεοελληνικής, Fondation Manolis Triantafyllidis, 1998 (χείλος)