χρονικός

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de χρόνος, khrónos (« temps ») avec le suffixe -ικός, -ikós.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif χρονικός χρονική χρονικόν
vocatif χρονικέ χρονική χρονικόν
accusatif χρονικόν χρονικήν χρονικόν
génitif χρονικοῦ χρονικῆς χρονικοῦ
datif χρονικ χρονικ χρονικ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif χρονικώ χρονικά χρονικώ
vocatif χρονικώ χρονικά χρονικώ
accusatif χρονικώ χρονικά χρονικώ
génitif χρονικοῖν χρονικαῖν χρονικοῖν
datif χρονικοῖν χρονικαῖν χρονικοῖν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif χρονικοί χρονικαί χρονικά
vocatif χρονικοί χρονικαί χρονικά
accusatif χρονικούς χρονικάς χρονικά
génitif χρονικῶν χρονικῶν χρονικῶν
datif χρονικοῖς χρονικαῖς χρονικοῖς

χρονικός, khronikós

  1. Qui concerne le temps, temporel.
    • τὰ χρονικά (sous-entendant βιβλία), chronologie, chronique.

Apparentés étymologiquesModifier

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier