Ouvrir le menu principal

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De ἄγγελος, ángelos (« messsager »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif ἀγγελία αἱ ἀγγελίαι τὼ ἀγγελία
Vocatif ἀγγελία ἀγγελίαι ἀγγελία
Accusatif τὴν ἀγγελίαν τὰς ἀγγελίας τὼ ἀγγελία
Génitif τῆς ἀγγελίας τῶν ἀγγελιῶν τοῖν ἀγγελίαιν
Datif τῇ ἀγγελί ταῖς ἀγγελίαις τοῖν ἀγγελίαιν

ἀγγελία, angelía \aŋ.ɡe.ˈli.a\ féminin

  1. Message, annonce.
    • ἀγγελίην πατρὸς φέρει ἐρχομένοιο

DérivésModifier

RéférencesModifier