ἀρχά

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Variante de ἀρχή, arkhê.

Nom commun Modifier

ἀρχά, arkha \Prononciation ?\ féminin

  1. Royaume.
    • τὰ δ᾽ ἐν τᾷδε Διὸς ἀρχᾷ ἀλιτρὰ κατὰ γᾶς δικάζει τις ἐχθρᾷ” “λόγον φράσαις ἀνάγκᾳ — (Odyssée, 2.58)
  2. Commencement.
    • ἀρχαῖς δὲ προτέραις ἑπόμενοι καί νυν — κελαδησόμεθα — (Odyssée, 10.78)

RéférencesModifier