ἄτομος

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot composé de ἀ-, -a et de τομός, tomós.

Adjectif Modifier

cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ἄτομος ἄτομη ἄτομον
vocatif ἄτομε ἄτομη ἄτομον
accusatif ἄτομον ἄτομην ἄτομον
génitif ἄτομου ἄτομης ἄτομου
datif ἄτομ ἄτομ ἄτομ
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif ἄτομω ἄτομα ἄτομω
vocatif ἄτομω ἄτομα ἄτομω
accusatif ἄτομω ἄτομα ἄτομω
génitif ἄτομοιν ἄτομαιν ἄτομοιν
datif ἄτομοιν ἄτομαιν ἄτομοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif ἄτομοι ἄτομαι ἄτομα
vocatif ἄτομοι ἄτομαι ἄτομα
accusatif ἄτομους ἄτομας ἄτομα
génitif ἄτομων ἄτομων ἄτομων
datif ἄτομοις ἄτομαις ἄτομοις

ἄτομος átomos masculin

  1. Insécable, non coupé, indivisible.

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier