Ἀσιαρχία

Grec ancienModifier

 

ÉtymologieModifier

 Dérivé de Ἀσιάρχης, avec le suffixe -ία.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif Ἀσιαρχία αἱ Ἀσιαρχίαι τὼ Ἀσιαρχία
Vocatif Ἀσιαρχία Ἀσιαρχίαι Ἀσιαρχία
Accusatif τὴν Ἀσιαρχίαν τὰς Ἀσιαρχίας τὼ Ἀσιαρχία
Génitif τῆς Ἀσιαρχίας τῶν Ἀσιαρχιῶν τοῖν Ἀσιαρχίαιν
Datif τῇ Ἀσιαρχί ταῖς Ἀσιαρχίαις τοῖν Ἀσιαρχίαιν

Ἀσιαρχία, Asiarkhía féminin

  1. Asiarchie.

Dérivés dans d’autres languesModifier

PrononciationModifier