ἐπιγραφή

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Déverbal de ἐπιγράφω (« inscrire »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif ἐπιγραφή αἱ ἐπιγραφαί τὼ ἐπιγραφά
Vocatif ἐπιγραφή ἐπιγραφαί ἐπιγραφά
Accusatif τὴν ἐπιγραφήν τὰς ἐπιγραφάς τὼ ἐπιγραφά
Génitif τῆς ἐπιγραφῆς τῶν ἐπιγραφῶν τοῖν ἐπιγραφαῖν
Datif τῇ ἐπιγραφ ταῖς ἐπιγραφαῖς τοῖν ἐπιγραφαῖν

ἐπιγραφή, epigraphế \e.pi.ɡra.ˈpʰɛː\ féminin

  1. Épigraphe.

Apparentés étymologiquesModifier

RéférencesModifier