Ouvrir le menu principal

Grec ancienModifier

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif τὸ ὄνυμα τὰ ὀνύματα τὼ ὀνύματε
Vocatif ὄνυμα ὀνύματα ὀνύματε
Accusatif τὸ ὄνυμα τὰ ὀνύματα τὼ ὀνύματε
Génitif τοῦ ὀνύματος τῶν ὀνυμάτων τοῖν ὀνυμάτοιν
Datif τῷ ὀνύματι τοῖς ὀνύμασι(ν) τοῖν ὀνυμάτοιν

ὄνυμα, ónuma \ˈo.ny.ma\ neutre

  1. (Dorien, éolien) Variante de ὄνομα.