ὠρανός

Voir aussi : Ὠρανός

Grec ancienModifier

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif ὠρανός οἱ ὠρανοί τὼ ὠρανώ
Vocatif ὠρανέ ὠρανοί ὠρανώ
Accusatif τὸν ὠρανόν τοὺς ὠρανούς τὼ ὠρανώ
Génitif τοῦ ὠρανοῦ τῶν ὠρανῶν τοῖν ὠρανοῖν
Datif τῷ ὠραν τοῖς ὠρανοῖς τοῖν ὠρανοῖν

ὠρανός, ōranós \ɔː.ra.nós\ masculin

  1. Forme dorienne et béotienne de οὐρανός.

RéférencesModifier