υπερθέρμανση

Grec modifier

Étymologie modifier

Mot dérivé de υπερθερμαίνω, yperthérmaino (« surchauffer »), avec le suffixe -ση, -si ; voir θέρμανση (« chauffage »).

Nom commun modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  υπερθέρμανση οι  υπερθερμάνσεις
Génitif της  υπερθέρμανσης
υπερθερμάνσεως
των  υπερθερμάνσεων
Accusatif τη(ν)  υπερθέρμανση τις  υπερθερμάνσεις
Vocatif υπερθέρμανση υπερθερμάνσεις

υπερθέρμανση, yperthérmansi \Prononciation ?\ féminin

  1. Surchauffe, action ou résultat de surchauffer.