Étymologie

modifier
Mot dérivé de ἰχθύς, ikhthýs (« poisson »), avec le suffixe -ώδης, -ṓdēs.

Adjectif

modifier
cas singulier
masculin féminin neutre
nominatif ἰχθυώδης ἰχθυώδης ἰχθυῶδες
vocatif ἰχθυῶδες ἰχθυῶδες ἰχθυῶδες
accusatif ἰχθυώδη ἰχθυώδη ἰχθυῶδες
génitif ἰχθυώδους ἰχθυώδους ἰχθυώδους
datif ἰχθυώδει ἰχθυώδει ἰχθυώδει
cas duel
masculin féminin neutre
nominatif ἰχθυώδει ἰχθυώδει ἰχθυώδει
vocatif ἰχθυώδει ἰχθυώδει ἰχθυώδει
accusatif ἰχθυώδει ἰχθυώδει ἰχθυώδει
génitif ἰχθυώδοιν ἰχθυώδοιν ἰχθυώδοιν
datif ἰχθυώδοιν ἰχθυώδοιν ἰχθυώδοιν
cas pluriel
masculin féminin neutre
nominatif ἰχθυώδεις ἰχθυώδεις ἰχθυώδη
vocatif ἰχθυώδεις ἰχθυώδεις ἰχθυώδη
accusatif ἰχθυώδεις ἰχθυώδεις ἰχθυώδη
génitif ἰχθυώδων ἰχθυώδων ἰχθυώδων
datif ἰχθυώδεσι(ν) ἰχθυώδεσι(ν) ἰχθυώδεσι(ν)

ἰχθυώδης, ikhthyṓdēs

  1. Poissonneux.

Synonymes

modifier

Prononciation

modifier

Références

modifier