Αγγλίδα

GrecModifier

ÉtymologieModifier

→ voir Αγγλία.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  Αγγλίδα οι  Αγγλίδες
Génitif της  Αγγλίδας των  Αγγλίδων
Accusatif τη(ν)  Αγγλίδα τις  Αγγλίδες
Vocatif Αγγλίδα Αγγλίδες

Αγγλίδα (Anglídha) \aŋ.ˈɡli.ða\ féminin

  1. Anglaise.