GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἀδικία, adikía ; voir άδικος.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αδικία οι  αδικίες
Génitif της  αδικίας των  αδικιών
Accusatif τη(ν)  αδικία τις  αδικίες
Vocatif αδικία αδικίες

αδικία \a.ði.ˈci.a\ féminin

  1. Injustice, iniquité.