βαθμοφόρος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de βαθμός, vathmós (« grade, range ») avec le suffixe -φόρος, -fóros (« porteur »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  βαθμοφόρος οι  βαθμοφόροι
Génitif του  βαθμοφόρου των  βαθμοφόρων
Accusatif τον  βαθμοφόρο τους  βαθμοφόρους
Vocatif βαθμοφόρε βαθμοφόροι

βαθμοφόρος, vathmofóros \vaθ.mɔ.ˈfɔ.ɾɔs\ masculin

  1. (Militaire) Gradé.