είδος

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien εἶδος, eidos (« forme »).

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  είδος τα  είδη
Génitif του  είδους των  ειδών
Accusatif το  είδος τα  είδη
Vocatif είδος είδη

είδος (eídos) \ˈi.ðɔs\ neutre

  1. Type, espèce, sorte.