εκλογή

Voir aussi : ἐκλογή

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἐκλογή, eklogê.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  εκλογή οι  εκλογές
Génitif της  εκλογής των  εκλογών
Accusatif τη(ν)  εκλογή τις  εκλογές
Vocatif εκλογή εκλογές

εκλογή, eklogí \ɛ.klɔ.ˈʝi\ féminin

  1. Élection.