θέρμανση

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Mot dérivé de θερμαίνω, thérmaino (« chauffer ») avec le suffixe -ση, -si ; voir θερμός.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  θέρμανση οι  θερμάνσεις
Génitif της  θέρμανσης
θερμάνσεως
των  θερμάνσεων
Accusatif τη(ν)  θέρμανση τις  θερμάνσεις
Vocatif θέρμανση θερμάνσεις

θέρμανση, thérmansi \ˈθɛɾ.man.si\ féminin

  1. Chauffage, action de chauffer.
    • H κεντρική θέρμανση.
      Le chauffage central.