ακτιβιστής

Grec modifier

Étymologie modifier

Du français activiste.

Nom commun modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  ακτιβιστής οι  ακτιβιστές
Génitif του  ακτιβιστή των  ακτιβιστών
Accusatif τον  ακτιβιστή τους  ακτιβιστές
Vocatif ακτιβιστή ακτιβιστές

ακτιβιστής aktivistís \Prononciation ?\ masculin (pour une femme, on dit : ακτιβίστρια)

  1. Activiste, militant.