ανάπτυξη

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien ἀνάπτυξις, anáptuxis.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ανάπτυξη οι  αναπτύξεις
Génitif της  ανάπτυξης
αναπτύξεως
των  αναπτύξεων
Accusatif τη(ν)  ανάπτυξη τις  αναπτύξεις
Vocatif ανάπτυξη αναπτύξεις

ανάπτυξη (anáptixi) \a.ˈna.pti.ksi\ féminin

  1. Croissance, développement.