Grec modifier

Étymologie modifier

De ανακαλύπτω (« découvrir ») ; pour la forme, voir αποκάλυψη, apocalypse.

Nom commun modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  ανακάλυψη οι  ανακαλύψεις
Génitif της  ανακάλυψης
ανακαλύψεως
των  ανακαλύψεων
Accusatif τη(ν)  ανακάλυψη τις  ανακαλύψεις
Vocatif ανακάλυψη ανακαλύψεις

ανακάλυψη, anakálipsi \Prononciation ?\ féminin

  1. Découverte.