αρχιτεκτονική

Étymologie

modifier
Féminin substantivé de αρχιτεκτονικός.

Nom commun

modifier
Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  αρχιτεκτονική οι  αρχιτεκτονικές
Génitif της  αρχιτεκτονικής των  αρχιτεκτονικών
Accusatif τη(ν)  αρχιτεκτονική τις  αρχιτεκτονικές
Vocatif αρχιτεκτονική αρχιτεκτονικές

αρχιτεκτονική, arkhitektonikí \Prononciation ?\ féminin

  1. Architecture.

Références

modifier