βιβλιοπωλείο

Grec modifier

Étymologie modifier

Du grec ancien βιβλιοπωλεῖον, bibliopōleîon. Voir βιβλιοπώλης (« libraire »).

Nom commun modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif το  βιβλιοπωλείο τα  βιβλιοπωλεία
Génitif του  βιβλιοπωλείου των  βιβλιοπωλείων
Accusatif το  βιβλιοπωλείο τα  βιβλιοπωλεία
Vocatif βιβλιοπωλείο βιβλιοπωλεία

βιβλιοπωλείο (vivliopolío) \vi.vli.ɔ.pɔ.ˈli.ɔ\ neutre

  1. Librairie, commerce où l’on vend des livres.