δημαγωγός

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien δημαγωγός, dēmagōgós.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif ο  δημαγωγός οι  δημαγωγοί
Génitif του  δημαγωγού των  δημαγωγών
Accusatif τον  δημαγωγό τους  δημαγωγούς
Vocatif δημαγωγέ δημαγωγοί

δημαγωγός (dhimagogós) \ði.ma.ɣɔ.ˈɣɔs\ masculin et féminin identiques

  1. Démagogue.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

Mot composé de δῆμος, dêmos (« peuple ») et de ἀγωγός, agōgós (« guide »), littéralement « celui qui guide le peuple ».

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif δημαγωγός οἱ δημαγωγοί τὼ δημαγωγώ
Vocatif δημαγωγέ δημαγωγοί δημαγωγώ
Accusatif τὸν δημαγωγόν τοὺς δημαγωγούς τὼ δημαγωγώ
Génitif τοῦ δημαγωγοῦ τῶν δημαγωγῶν τοῖν δημαγωγοῖν
Datif τῷ δημαγωγ τοῖς δημαγωγοῖς τοῖν δημαγωγοῖν

δημαγωγός, dēmagōgós \dɛː.ma.ɡɔː.ɡós\ masculin

  1. Démagogue, celui qui conduit le peuple.

DérivésModifier

RéférencesModifier