δημοκρατία

GrecModifier

ÉtymologieModifier

Du grec ancien δημοκρατία, dēmokratía.

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel
Nominatif η  δημοκρατία οι  δημοκρατίες
Génitif της  δημοκρατίας των  δημοκρατιών
Accusatif τη(ν)  δημοκρατία τις  δημοκρατίες
Vocatif δημοκρατία δημοκρατίες

δημοκρατία (dimokratía) \ði.mo.kɾaˈti.a\ féminin

  1. Démocratie.
  2. République.

Grec ancienModifier

ÉtymologieModifier

De δημοκρατέομαι, dēmokratéomai (« vivre en démocratie »)[1].

Nom commun Modifier

Cas Singulier Pluriel Duel
Nominatif δημοκρατία αἱ δημοκρατίαι τὼ δημοκρατία
Vocatif δημοκρατία δημοκρατίαι δημοκρατία
Accusatif τὴν δημοκρατίαν τὰς δημοκρατίας τὼ δημοκρατία
Génitif τῆς δημοκρατίας τῶν δημοκρατιῶν τοῖν δημοκρατίαιν
Datif τῇ δημοκρατί ταῖς δημοκρατίαις τοῖν δημοκρατίαιν

δημοκρατία, dēmokratía \dɛː.mo.kra.tí.aː\ féminin

  1. Démocratie.

DérivésModifier

Dérivés dans d’autres languesModifier

RéférencesModifier

  1. Henry George Liddell, Robert ScottAn Intermediate Greek-English Lexicon, 1889 → consulter cet ouvrage